|

Η μειονότητα…πίσω από τον καθρέφτη

Κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω τη φίλη συγγραφέα Μίνα Μαχαιροπούλου που μου εμπιστεύτηκε την παρουσίαση του βιβλίου της,το οποίο κυκλοφορεί με τίτλο “Μπροστά στον καθρέφτη”.

Δέχτηκα , αν και μου λείπει η σχετική εμπειρία παρόμοιων εκδηλώσεων, καθώς και η γνώση και η ικανότητα της λογοτεχνικής κριτικής , να συμμετάσχω, εστιάζοντας περισσότερο στις ιστορικές, πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες παράχθηκε και κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο. Πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο, και σ’ αυτό το σημείο εμμέσως τοποθετούμαι στο διάλογο που άνοιξε στις δύο εκδηλώσεις παρουσίασής του στην Κομοτηνή και τη Ξάνθη, για την κατηγορία που μπορούμε βιβλιογραφικά να το κατατάξουμε. Ένα βιβλίο το οποίο δεν μπορείς να παρουσιάσεις με μια θεωρητική μέθοδο και ένα αφηρημένο σύστημα κριτικής, αλλά καταδεικνύοντας ποιες πολιτικές, κοινωνικές και ανθρώπινες αξίες συμπεριλαμβάνονται στην ανάγνωση, την παραγωγή και τη μετάδοση του.

Διαβάζοντας τα εισαγωγικά του βιβλίου, που αναφέρεται στη συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων στη Θράκη, μου δημιουργήθηκε η απορία, γιατί η συγγραφέας του, προτίμησε να κάνει το διάλογο αυτό μόνον με νέους της μειονότητας. Και η δεύτερη απορία μου ήταν γιατί ξεκίνησε αυτόν το διάλογο από τα πολύ πρόσφατα, δηλαδή από τις εμπειρίες των νεότερων γενεών της μειονότητας. Αφήνοντας πίσω αρκετές γενιές, που έχουν ακόμα πολλά ερωτηματικά αναπάντητα, πολλές παρεξηγήσεις που δε βρήκαν ακόμη εξήγηση.

Προσωπικά θα ήθελα να υπάρξει ένας διάλογος με τους ανθρώπους της γενιάς μου από τη μειονότητα, με τους οποίους οι απλές, ανθρώπινες σχέσεις των παιδικών χρόνων, της γειτονιάς, διακόπηκαν περίπου στην αρχή της μεταπολίτευσης.

Όπως επίσης θα ήθελα να βρεθούμε σ’ έναν παρόμοιο διάλογο οι συνομήλικοί μου χριστιανοί πριν 30 χρόνια, το 1974, για να κάνουμε την αυτοκριτική μας , κυρίως αυτοί που αποτελούσαν και τους καθοδηγητές μας στα κόμματα στο μαθητικό κίνημα, δυστυχώς και των κομμάτων της Αριστεράς, για τη συμμετοχή μας επί τριήμερο στις διαδηλώσεις-έκτροπα θα τολμούσα να τα αποκαλέσω, κατά της συμμετοχής και της εκλογής μουσουλμάνων με το ψηφοδέλτιο του ενός εκ των υποψηφίων, του αείμνηστου Ανδρέα Στογιαννίδη, στις τότε Δημοτικές εκλογές. Ήταν η εποχή που στη Θράκη, με αφορμή αυτά τα γεγονότα δημιουργούνται ιστορικά οι πρώτοι οργανωμένοι πυρήνες με εθνικιστικό περιεχόμενο (η οργάνωση Ακρίτας, 1955 κ.λ.π.).

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου και του βασικού κορμού του, που είναι ο διάλογος με τους νέους της μειονότητας σκέφθηκα ότι η Μίνα Μαχαιροπούλου έπραξε σωστά επιλέγοντας να φέρει τη συζήτηση, με τις ερωτήσεις της, όχι εκεί όπου μπορούν να αναδειχθούν συγκρούσεις, να προκληθούν διχασμοί, αλλά εκεί όπου εστιάζεται η απλότητα της καθημερινότητας, εκεί όπου εστιάζεται η ανθρώπινη ματιά. Εκεί όπου οι άνθρωποι θέλουν να μπορούν να ζήσουν μαζί, να μπορούν να συναλλάσσονται ο ένας με τον άλλον, να μπορούν να ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Να καταδείξει ότι αυτό το οποίο η πολιτική και η θρησκεία χωρίζει, η καθημερινότητα της ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων ενώνει. Ότι υπάρχει και μια κοινή ζωή, καθημερινές επαφές, προσωπικές επαφές. Υπάρχουν κι άλλα συναισθήματα εκτός από το μίσος, το φθόνο και την οργή.

Νομίζω ότι η Μίνα το κατάφερε εκπληκτικά. Κατ’ αρχή ανακαλύπτοντας η ίδια κι αποκαλύπτοντας σε μας ένα πολύτιμο υλικό. Τη «χρυσή νεολαία» της μειονότητας, ας μου επιτραπεί ο όρος, ο οποίος εδώ χρησιμοποιείται με έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της νεολαίας και όχι σε άλλες ταξικές ή κοινωνικές προεκτάσεις του. Κι αν ακόμα δηλαδή η συγγραφέας επέλεξε σκόπιμα την «πρωτοπορία» της νεολαίας της μειονότητας, για να κάνει αυτήν τη συζήτηση, προσωπικά δεν βρίσκω ότι το κάνει γιατί αγνοεί ή θέλει να αποφύγει μια συζήτηση για την σκοτεινή, εννοώ την ανεξερεύνητη πλευρά της μειονότητας, την καθυστερημένη, την πιο ανενημέρωτη. Γιατί σίγουρα εκεί τα πράγματα γίνονται περισσότερο περίπλοκα. Το κάνει, ως πολιτική πράξη, το εξηγεί και η ίδια στον πρόλογό της, όπου συνοψίζει τα συμπεράσματά της. « Γιατί υπάρχει κάτι ξεχωριστό στην ύπαρξή τους, κι αυτό είναι ο τρόπος που ζουν τη ζωή τους, γράφει». Το ίδιο διαπιστώνει και ο κ.Λιοναράκης, στην εισαγωγή του, συμφωνώντας με την επιμονή της «στην ατομικότητα, στο ατομικό σχέδιο ζωής του καθενός, ως στοιχείο άμβλυνσης των διαφορών». Μήπως όμως η ατομικοποίηση, η εξατομίκευση και η προσωποποίηση μας οδηγούν στην πάλη και τον ανταγωνισμό όλων όσων βρίσκουν τον τρόπο, τις διεξόδους να ξεφύγουν, όπως οι νέοι του βιβλίου και όλων όσων παραμένουν ακόμη παγιδευμένοι; Μπορεί να υπάρχουν «νικητές» και «ηττημένοι» σ’ αυτήν την πάλη; Μπορεί να υπάρξει δηλαδή μια μειονότητα μέσα στη μειονότητα; Ή μήπως υπάρχει;

Η επιλογή της Μίνας μου προκαλεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον, να προσεγγίσω το κείμενο, από μια άλλη περισσότερο ταξική θέση, το θέμα της μειονότητας στη Δυτική Θράκη, αν θέλετε περισσότερο πολιτική θέση απ’ αυτήν, για την οποία χρόνια τώρα όλοι μας, δημοσιογράφοι, πολιτικοί κόμματα και επιστήμονες αναλώσαμε λόγους και επιχειρήματα και έχει να κάνει με εθνικά και θρησκευτικά στερεότυπα και προκαταλήψεις , που μας χώριζαν.

Η μειονότητα αποτέλεσε στην κοινωνικό-οικονομική διαστρωμάτωση της περιοχής, έναν κατ’ εξοχήν προλεταριακό πληθυσμό. Άνθρωποι χειρώνακτες στην πλειοψηφία τους, εργάτες γης στην ύπαιθρο , εργάτες, μικροί επαγγελματίες και ιδιωτικοί υπάλληλοι στην πόλη, υφίστανται μέχρι και σήμερα την οικονομική εκμετάλλευση και την πίεση ενός είδους ανάπτυξης που τα τελευταία τριάντα χρόνια διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς που επωφελήθηκαν από αυτήν και σ’ αυτούς που έγιναν θύματά της. Τα καίρια σημεία αυτής της πόλωσης είναι η διαρθρωτική ανισότητα και η μεροληπτική και διακριτική πολιτική που εφαρμόστηκε. Η ανισότητα στην πρόσβαση στους παραγωγικούς πόρους και η γενικευμένη απουσία στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, αποτέλεσε πολλές φορές απειλή για την πολιτισμική ποικιλία της περιοχής. Τα μοντέλα ανάπτυξης που ακολουθήθηκαν στην περιοχή και η μεγιστοποίηση του πλούτου, αποδείχτηκαν ασύμβατα με την πολιτισμική πολυφωνία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που το δόγμα της ανάπτυξης της περιοχής περιέρχονταν μέσα από τη φιλοσοφία ορισμένων φαεινών εγκεφάλων, ότι μόνο με την οικονομική ανάπτυξη, με το χρήμα, θα πετυχαίναμε την αφομοίωση, την ενσωμάτωση της μειονότητας. Δόγμα στενά συνυφασμένο με τον άλλο βρόγχο της περιοχής το δημογραφικό, την πληθυσμιακή υπεροχή που θα επιτύγχανε η προσέλκυση και η μαζική εγκατάσταση νέων κατοίκων,

η οποία με τον τρόπο που προγραμματίστηκε και εφαρμόστηκε προκαλεί σήμερα τεράστιες αλλαγές, χαλάρωση του κοινωνικού ιστού, νέες μεγαλύτερες ανισότητες και μια περαιτέρω περιθωριοποίηση του κοινωνικού ρόλου της μειονότητας . Τα νέα δεδομένα και οι νέοι οικονομικοί μηχανισμοί που δημιουργούνται έρχονται σε ρήξη με τις παραδοσιακές πολιτιστικές αξίες. Στην οικονομική θεώρηση της ανάπτυξης, οι αξίες και ο πολιτισμός δεν παίζουν ουσιαστικό ρόλο. Ούτε η διαφορετικότητα και ο σεβασμός σε αυτήν.

( Οι ερευνητές διεθνώς έχουν σήμερα,για να το αντιδιαστείλλω με τις έρευνες που γίνονται στην περιοχή, σε σχέση με τη μειονότητα, την τάση να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην πολιτική κυριαρχία που ασκεί η πλειοψηφία: Ο έλεγχος των πόρων είναι αυτός που επιτρέπει σε μια ομάδα να ελέγχει τους όρους ύπαρξης της άλλης, μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, της εργασίας, της διατροφής, της εκπαίδευσης, των εισοδημάτων. Με λίγα λόγια, μέσω της πολιτικής κυριαρχίας η πλειοψηφία μπορεί να εφαρμόσει διακρίσεις σε βάρος της μειονότητας και να υιοθετήσει απέναντί της στάση συγκαταβατική ή εχθρική.)

Διάβασα με έκπληξη τη συνέντευξη του Πρύτανη του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου κ. Ιωάννη Σχινά στον «Παρατηρητή της Θράκης» (3/2/2005) http://www.paratiritis-news.gr/, στην οποία προαναγγέλλει άνοιγμα στη μειονότητα, η οποία όπως λέει, όπως και η υπόλοιπη τοπική κοινωνία, έβλεπε αρνητικά την ίδρυση του Πανεπιστημίου.

Η αναφορά του επικεφαλής του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της Θράκης στην ίδρυση του Πανεπιστημίου για δημογραφικούς λόγους, επειδή λίγο πολύ κινδύνευε η Θράκη (δεν αισθανόταν μετά το Κυπριακό, ασφαλείς οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής, λέει) κι ότι το Πανεπιστήμιο είναι ο πρώτος θεσμός ασφάλειας της Θράκης κι ακολουθούν ο στρατός και η εκκλησία, είναι τουλάχιστον μια αναφορά κυνική. Η αναβάθμιση του ελληνοχριστιανικού τριπτύχου της πάλαι ποτέ ελληνικής επαρχίας…Δάσκαλος (στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε Πανεπιστημιακός), παπάς(στην περιοχή μας είναι δεσπότης) και αγροφύλακας (εδώ μπορείτε να προσθέσετε κατά βούληση μια από τις πολλές βαθμίδες των «παραγωγικών» σχολών Δημόσιας Τάξης, που σημειωτέον προβάλλονται και είναι από τα ελάχιστα μεγάλα «αναπτυξιακά έργα» του κράτους στην περιοχή). Επανέρχομαι στο θέμα των δηλώσεων του κ.Πρύτανη… Πού είναι η οικουμενικότητα των ιδεών και ο ουμανισμός ενός πνευματικού ιδρύματος; Πού είναι ο σεβασμός στη διαφορετικότητα και τη πολυφωνία; Που είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και η διακήρυξη της ισότητας και της ισοτιμίας; Και γιατί ας πούμε, αν ένα Πανεπιστήμιο πρεσβεύει όλα αυτά, που όλοι παραδεχόμαστε ότι πρεσβεύει, να μην μπορεί να θεωρεί ως άλλο ένα θεσμό ασφάλειας και συνοχής της τοπικής κοινωνίας

την εκκλησία,αν μπορούμε να το πούμε έτσι, της μουσουλμανικής πίστης της μειονότητας στη Θράκη, που τουλάχιστον, ως θρησκευτική, την αναγνωρίζουμε;

Για ποιο άνοιγμα λοιπόν στη μειονότητα μετά από τριάντα χρόνια και γιατί απορεί για τη δυσπιστία της μειονότητας ή της τοπικής κοινωνίας; Δεν είναι ή δεν ήταν για τον κύριο πρύτανη, παράγοντας ασφάλειας και συνοχής στην τοπική κοινωνία, η μειονότητα;

Σκεπτόμενος όλα αυτά με προβληματίζει το γεγονός αν οι πολιτισμοί που συνυπάρχουν στη Θράκη, ως ξεχωριστά «ταμπλώ βιβάν», μπορούν να συνθέσουν την έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Κι ότι, δεν πρόκειται για κάποια επινόηση, κάποιο ευφημισμό, που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και όσοι αξιοποιούν ευρωπαϊκά προγράμματα για την έρευνα τους, γύρω από τις μειονότητες στην περιοχή, ως μια υπογράμμιση περισσότερο, αυτού που λέμε τοπικό χρώμα ; Αυτό εννοούμε; Αυτό που συνέλαβε και ο φακός του κ.Μανουσάκη και ο σειρμός των ανάλογων σήριαλ της τηλεόρασης; Μήπως δηλαδή, ως πολυπολιτισμική κοινωνία εννοούμε αυτό που κατά καιρούς καταγγελτικώς εξορκίζουμε και έχει να κάνει με την εμφάνιση της πόλης της περιοχής στην τηλεόραση ή αλλού, «ως πόλη και ως περιοχή της Ανατολίας»; Μήπως δηλαδή ένας «οριενταλισμός», στον οποίο τελικά βασίζουμε τα χαρακτηριστικά της πολυπολιτισμικότητας της περιοχής, μας εξυπηρετεί για να στηρίξουμε και επιστημολογικώς τη διάκριση του δικού μας, πολιτισμένου, δυτικού προσανατολισμού και του απολίτιστου «άλλου», που αντιπροσωπεύει η μειονότητα;

Η παρουσία σε κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής της πολιτισμικής ιδεολογίας της κυρίαρχης εθνικής τάξης, το είδαμε παραπάνω με το θέμα του Πανεπιστημίου, για παράδειγμα, πόση σχέση μπορεί να έχει με την αναφορά μας σε μια πολύ-πολιτισμική κοινωνία;

Αναζητώ με μεγάλο ενδιαφέρον τα μνημεία του πολιτισμού της πρόσφατης ιστορίας αυτού του τόπου, να αξιολογήσω την πολιτιστική δραστηριότητα, να ερευνήσω τις επιρροές, να δω κατά πόσον η πολιτισμική ποικιλία ενίσχυσε την ανάπτυξη του.

Έχω την εντύπωση ότι όσο σ’ αυτόν τον τόπο το καμπαναριό της εκκλησίας και ο μιναρές του τεμένους, ως τα μοναδικά πολιτιστικά σύμβολα, συναγωνίζονται για το ποιο θα φτάσει τον ουρανό, για το ποιο θα είναι πιο ευδιάκριτο και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ποιο θα κυριαρχήσει, τόσο στη Βαβέλ των προβλημάτων στην παιδεία, στη γλώσσα κι όπου αλλού υπάρχουν προβλήματα δεν θα βγάλουμε ποτέ άκρη.

(Είναι πολύ εύκολο για την κυρίαρχη ομάδα να εξηγεί την κατώτερη θέση μιας μειοψηφίας αποδίδοντάς τη μάλλον σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά παρά στην κοινωνική δομή, επιρρίπτοντας έτσι την ευθύνη στο θύμα. Με άλλα λόγια τα χαρακτηριστικά που θεωρούνται «διαφορετικά» χρησιμεύουν λιγότερο για να εξηγούν ανισότητες και περισσότερο για να νομιμοποιούν και να διευκολύνουν την άσκηση της εξουσίας από τη πλειοψηφία, όταν μάλιστα οι μειονότητες δεν είναι τόσο εύκολα προσδιορίσιμες όσο θα το θέλαμε. Στο αντίθετο άκρο, βλέπουμε ότι η σκόπιμη υιοθέτηση των αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών μιας ομάδας είναι ένας τρόπος όξυνσης της μειονοτικής συνείδησης).

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο οι νέοι του βιβλίου προβληματίζονται, θυμώνουν, αμφισβητούν, ονειρεύονται, επαναστατούν. Οι σημερινοί νέοι της μειονότητας γκρεμίζουν παραδοσιακά τείχη, που τους έκλεισαν γύρω και αναζητούν το μέλλον. Είναι κατά τη γνώμη μου μια γενιά με βαθειά πολιτική συνείδηση . Μια γενιά που καταρρίπτει στερεότυπα πολλών χρόνων στον κλειστό περίγυρό της και στην τοπική κοινωνία και επανατοποθετεί το θέμα της μειονότητας, να το ξανασυζητήσουμε με καθαρά πολιτικούς όρους. Αυτό που ποτέ δεν έκαναν τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας τη μειονότητα ως ένα εκλογικό μηχανισμό στην υπηρεσία των ψηφοθηρικών επιδιώξεων τους. Αυτό που δεν έκαναν οι τοπικές εξουσίες, της μειονότητας και της πλειονότητας, οι οποίες χρησιμοποίησαν τα μέλη της μειονότητας για να κερδίσουν την εύνοια τους, να εντείνουν τις διχογνωμίες, να διατηρήσουν τον έλεγχο ή να εξασφαλίζουν πολιτική συναίνεση, υπό την πίεση ψευδεπίγραφων διλημμάτων, εθνικών και θρησκευτικών στερεοτύπων.

Οι νέοι της μειονότητας στο βιβλίο αυτό μιλούν ήρεμα και πολιτισμένα. Και τα όσα λένε αποτελούν για τον αναγνώστη, το χριστιανό αναγνώστη, μια ευκαιρία να δει τον «άλλον», ως τον έτερο στην οικοδόμηση του μέλλοντος. Η ευφυία της Μίνας για μένα είναι ότι κατάλαβε, ότι έπρεπε να μεταφέρει τις ανησυχίες τους σε μας τους άλλους , στον λαό των άλλων και όχι στις κυβερνήσεις, στα υπουργεία, στους κρατικούς μηχανισμούς ή παραμηχανισμούς, στις ακαδημαϊκές αίθουσες. Επεδίωξε να αφήνει το περιεχόμενο του βιβλίου της μια στιγμή ηρεμίας, που θα ξεπερνούσε τις πληγές του παρελθόντος και θα έχτιζε για το μέλλον μια κουλτούρα ειρήνης, ειρηνικής συνύπαρξης. Γι’ αυτό μεταφέρει αυτούσιους τους διαλόγους , ενώ θα μπορούσε η ίδια να τους αναλύσει και να τους κωδικοποιήσει σε μια εκτενή κοινωνιολογική μελέτη. Νιώθει το χρέος του συγγραφέα να δείξει με το δάχτυλο το δρόμο χωρίς να ορίζει τα σήματα, γιατί ίσως ο ορισμός των σημάτων θα ήταν και μια απάντηση στα ίδια της τα ερωτήματά και αυτό δεν είναι το χρέος του συγγραφέα. Εξάλλου για να είμαστε ειλικρινείς και οι νέοι της μειονότητας που μιλούν εδώ, υπάρχουν σημεία, όπου δεν πρέπει να αισθάνονταν ότι προσέρχονται σ’ αυτόν το διάλογο σε ίση βάση. Γιατί ίσως δεν τους προσφέρθηκε ποτέ άλλοτε η ευκαιρία και το βήμα. Το υπαινίσσονται μάλιστα σ’ ένα σημείο, ταυτίζοντας το ρόλο της συγγραφέως-ερευνήτριας-δημοσιογράφου, με το ρόλο των ΜΜΕ και των λειτουργών τους, απέναντι στα θέματα της μειονότητας . Η εμπειρία της αντιμετώπισης των μειονοτικών θεμάτων της Θράκης από τα ΜΜΕ δεν ήταν πάντα και τόσο καλή.

Μ’ αυτές τις σκέψεις θέλω να προσθέσω ότι το βιβλίο της Μίνας Μαχαιροπούλου, ένα βιβλίο με θετικά και αισιόδοξα μηνύματα για τη συνύπαρξη και το μέλλον του τόπου μας, παρουσιάζεται σήμερα, σε μια περίοδο που οι εξελίξεις μας κάνουν πάλι επιφυλακτικούς και ίσως όχι τόσο αισιόδοξους.

Παλιά προβλήματα, παλιές διαφορές επανέρχονται στο προσκήνιο, παλιά πρόσωπα, φαντάσματα από το παρελθόν, φαίνεται να τα διαχειρίζονται πάλι και να επιδεικνύουν αποδοκιμασμένα εθνικιστικά αντανακλαστικά.

Μαζικά οργανωμένα κινήματα, που σκοπό είχαν να ασκούν πιέσεις για την διασφάλιση της ειρηνικής και ισότιμης συνύπαρξης βρίσκονται σε ύφεση, εξαντλήθηκαν, ηττήθηκαν, καπελώθηκαν, παραπλανήθηκαν ; Εκείνο το οποίο ξέρω, από την εμπειρία της συμμετοχής μου σ’ ένα από αυτά, είναι ότι όχι μόνο δεν κατάφεραν να αποτελέσουν την πρωτοπορία στις τοπικές κοινωνίες, αλλά ούτε και να ακολουθήσουν την πρωτοπορία της τοπικών κοινωνιών, όπως αυτή εκφράζεται μέσα και από τις απόψεις των νέων της μειονότητας στο βιβλίο της Μίνας και με τις πρωτοβουλίες των νέων της πλειονότητας.

(Τους λόγους μπορώ να τους υποθέσω κι έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις κάποιων δυνάμεων, όχι κατ’ ανάγκη μη κυβερνητικών, που περισσότερο επιθυμούν παρόμοια κινήματα να αποστρατεύονται τιμητικώς, αφού η περαιτέρω λειτουργία τους «επηρέαζε» τον ήδη υλοποιηθέντα στόχο)

Εκείνο το οποίο κατά την άποψη μου κατάφεραν ήταν η δημιουργία μιας «ελίτ» «συνεδριαζόντων» από πόλης εις πόλη και από χώρας εις χώρα, χωρίς καμιά περαιτέρω σύνδεση και επαφή με την πραγματικότητα, την κοινωνία και τα προβλήματά της.

Δεν πιστεύω ότι τα παλιά προβλήματα ήταν λυμένα και επανεμφανίστηκαν με νέες εκδοχές. Πρόκειται για τα ίδια παλιά προβλήματα που δεν επιλύθηκαν ποτέ. Απλώς κουκουλώθηκαν κάτω από ένα λαμπερό πέπλο δημοσίων σχέσεων, που δημιούργησε την εικόνα ότι όλα βαίνουν καλώς στη Θράκη, που αναδιάταξε τις τοπικές εξουσίες σε πλειονότητα και μειονότητα, τοπικές εξουσίες αποϊδεολογικοποιημένες, εξουσίες μιας νομενκλατούρας και μιας επιστημονικής γραφειοκρατίας, που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, παροχής πολιτικής εξουσίας από τη μια και ψήφων από την άλλη.

Επίσης θεωρώ ότι δεν είναι τυχαία η επανάκαμψη των θεμάτων, που πριν κάποια χρόνια με τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες επωνυμίες, τους ίδιους συμβολισμούς μας δίχαζαν και μας οδηγούσαν σε συγκρούσεις, με την πολιτική αλλαγή της 7ης Μαρτίου 2004. Η επικράτηση της συντηρητικής παράταξης και οι ανεκπλήρωτες, μέχρι στιγμής , υποσχέσεις, φαίνεται να δημιουργούν σε ορισμένους κοντά στο κράτος και παρά το κράτος, τον υπερβάλλοντα ζήλο να πιέσουν και να ανασύρουν πάλι εθνικιστικά αντανακλαστικά . Σχόλια με ευτελές και προκλητικό εθνικιστικό περιεχόμενο άρχισαν να κάνουν την επανεμφάνισή τους στον τοπικό τύπο, ενώ ήρεμες φωνές οπισθοχωρούν. Μόλις πριν λίγες μέρες πληροφορήθηκα την διακοπή έκδοσης του λογοτεχνικού περιοδικού «SAFAK», μια σημαντική πολιτιστική παρέμβαση που συνέβαλε πολύ στη γνωριμία μας με την τοπική παράδοση και τη λογοτεχνία της μειονότητας.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι στις μεταξύ μας συζητήσεις με συναδέλφους και φίλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε σκέψεις, ανησυχίες και όνειρα, γύρω από αυτά τα θέματα, πάντα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για να κατανοήσουμε αυτό το μεγάλο θέμα, και να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, πρέπει πρώτα να κοιταχθούμε όλοι στον καθρέφτη. Η Μίνα μας πρόλαβε και μας τον βάζει μπροστά μας, με το βιβλίο της. Νομίζω ότι τώρα που άρχισε αυτός ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί με ειλικρίνεια. Μην πάει χαμένη η ευκαιρία. Ο διάλογος δίνει λύσεις, έστω τις προτείνει ή ακόμη διευκρινίζει τις διαφορές και τις διαφωνίες.

xcost@minimaterra.gr

Το κείμενο αυτό αποτελεί τη δική μου κατάθεση απόψεων στις εκδηλώσεις βιβλιοπαρουσίασης, του βιβλίου της Μίνας Μαχαιροπούλου “Μπροστά στον καθρέφτη” (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004), που έγιναν στην Κομοτηνή (5/2/2005), στην Ξάνθη (6/2/2005) και στην Αλεξανδρούπολη (20/2/2005). Για το βιβλίο στις ίδιες εκδηλώσεις μίλησαν οι Ιμπράμ Ονσούνογλου (Ψυχίατρος-Δημοσιογράφος), Νικήτας Λιοναράκης (Δημοσιογράφος) και στην Αλεξανδρούπολη ο Γιάννης Λασκαράκης (Εκδότης της εφημερίδας “Η Γνώμη” του Έβρου) και η Αγγελική Σαρέλη(Λέκτορας Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης).

ΥΓ . Μια αποστροφή από το άρθρο του Νόαμ Τσόμσκι στην “Ελευθεροτυπία” (11/4/2005), με τίτλο “Η καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων”, http://www.enet.gr/, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σχόλιο, γι΄ αυτήν την εκδήλωση και για το περιεχόμενο του βιβλίου. (”…δεν συμμετέχουμε απλώς σε σεμινάρια για αφηρημένες αρχές ή σε συζητήσεις για μακρινούς πολιτισμούς που δεν κατανοούμε. Μιλάμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς, τις ηθικές και πνευματικές αξίες των προνομιούχων κοινοτήτων στις οποίες ζούμε. Αν δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε, αν κοιτάμε στον καθρέφτη με ειλικρίνεια, έχουμε κάθε δυνατότητα να κάνουμε κάτι γι΄ αυτό ” γράφει ο Ν.Τσόμσκι.

related posts

Tags:

Leave a Reply

Η “Bloody Sunday-ΠΟΛΙ+” είναι η προσωπική ιστοσελίδα του δημοσιογράφου Ξάνθου Κώστογλου,μέλους της ΕΣΗΕΜΘ,που ζει και εργάζεται στην Κομοτηνή.Την ευθύνη για τα δημοσιεύματα σε αυτήν την ιστοσελίδα έχει ο κάτοχός της.Η "Bloody Sunday-ΠΟΛΙ+" δεν δημοσιεύει εμπορικές καταχωρήσεις, ούτε καταχωρήσεις του Δημοσίου.